2107211845 info@haoms.org

Πληροφορίες για Ασθενείς

Στην κατηγορία αυτή της ιστοσελίδας μας, θα βρείτε ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με τις παθολογικές καταστάσεις που αντιμετωπίζονται από την ειδικότητα της Στοματικής  και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής.

Στην επιλογή του γναθοχειρουργού σας, θα σας βοηθήσει ο κατάλογος των τακτικών μελών της Εταιρείας μας. Εάν ο γναθοχειρουργός σας είναι τακτικό μας μέλος, τότε αυτομάτως είστε σίγουροι ότι έχει ειδικευθεί σε αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά κέντρα και έχει λάβει τον επίσημο τίτλο της Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής. 

Στο φάσμα της Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής περιλαμβάνονται τα παρακάτω πεδία:

Η Χειρουργική του Στόματος  περιλαμβάνει τη χειρουργική παθολογία και εγχειρητική της στοματικής κοιλότητας, δηλαδή τη μελέτη των εγχειρητικών τεχνικών και της παθολογίας των νοσημάτων που η αντιμετώπισή τους πραγματοποιείται με χειρουργική επέμβαση εντός των ανατομικών ορίων της στοματικής κοιλότητας.

Το γνωστικό αντικείμενο περιλαμβάνει εκτός των άλλων (αναφέρονται ξεχωριστά) :

  1. Χειρουργικές εξαγωγές δοντιών και υπολειμματικών ριζών, παθολογιών που σχετίζονται με αυτά, καθώς και αντιμετώπιση επιπλοκών που μπορεί να προκύψουν από αυτές συμπεριλαμβανομένης της στοματοκολπικής επικοινωνίας (επικοινωνίας στόματος με ιγμόρειο άντρο)
  2. Αντιμετώπιση των εγκλείστων δοντιών καθώς και των επιπλοκών που μπορεί να δημιουργηθούν
  3. Περιακρορριζική χειρουργική (πχ ακρορριζεκτομές οδόντων)
  4. Οδοντοφατνιακή χειρουργική που σχετίζεται με ορθοδοντική θεραπεία (πχ χειρ. αποκάλυψη εγκλείστου κυνόδοντα)Τοποθέτηση οστεοενσωματούμενων οδοντικών εμφυτευμάτων συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών ιστικής αναγέννησης (σκληρών και μαλακών ιστών)
  5. Αντιμετώπιση καλόηθων ή κυστικών αλλοιώσεων των σκληρών και μαλακών ιστών του στόματος
  6. Διάγνωση των αλλοιώσεων του βλεννογόνου του στόματος και κατάλληλη αντιμετώπισή τους.

Στο φάσμα της Χειρουργικής Στόματος ανήκουν λοιπόν η Οδοντοφατνιακή Χειρουργική, η Εμφυτευματολογία, η Προπροσθετική Χειρουργική κ.α.

Οι Στοματικοί και Γναθοπροσωπικοί Χειρουργοί είναι στην Ελλάδα, οι μόνοι πλήρως εκπαιδευμένοι, ώστε να ασκούν ολόκληρο το γνωστικό αντικείμενο της Χειρουργικής Στόματος. Μέρος του φάσματος της Χειρουργικής Στόματος περιλαμβάνεται και στη βασική οδοντιατρική εκπαίδευση, οπότε ασκείται και από οδοντιάτρους.

Η φατνιακή απόφυση είναι το τμήμα του οστού των γνάθων που φέρει τα δόντια και μπορεί να εμπλακεί σε διάφορες νοσηρές καταστάσεις που προσβάλλουν τα δόντια, τις γνάθους και τους γύρω ιστούς.  H οδοντοφατνιακή χειρουργική περιλαμβάνει τη χειρουργική αντιμετώπιση των νόσων των δοντιών και των σκληρών και μαλακών ιστών που τα στηρίζουν. Δεν περιλαμβάνει σφραγίσματα, προσθετικές εργασίες κλπ. 

Η αφαίρεση των εγκλείστων δοντιών, συνηθέστερα των 3ων γομφίων (φρονιμιτών) είναι μια από τις πιο συνηθισμένες χειρουργικές επεμβάσεις. Οι ενδείξεις αφαίρεσής του έχουν γίνει πολλές φορές θέμα εργασιών.

Σήμερα θεωρούμε ότι οι τρίτοι γομφίοι πρέπει να αφαιρούνται στις εξής περιπτώσεις:

  • Υποτροπιάζουσες φλεγμονές (περιστεφανίτιδα)

  • Εκτεταμένος τερηδονισμός

  • Βλάβη του πολφού

  • Περιακρορριζική αλλοίωση

  • Απόστημα

  • Σοβαρή περιοδοντίτιδα

  • Οστεομυελίτιδα

  • Προφυλακτικά σε ειδικές περιπτώσεις

  • Για διευκόλυνση της επανορθωτικής οδοντιατρικής θεραπείας (π. χ. τοποθέτηση γέφυρας).

  • Εσωτερική ή εξωτερική απορρόφηση γειτονικών δοντιών

  • Άμεση σχέση  με γραμμή κατάγματος της γνάθου

  • Άμεση σχέση  με νεόπλασμα

  • Νόσοι του οδοντοθυλακίου (κύστεις, όγκοι)

  • Κάταγμα του δοντιού

  • Αφαίρεση για τις ανάγκες ορθογναθικής ή επανορθωτικής χειρουργικής ή ορθοδοντικής

  • Μεταμόσχευση σε άλλη θέση του φραγμού

Η αφαίρεση των εγκλείστων δοντιών μπορεί να γίνει, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τοπική αναισθησία, αλλά και με γενική. 

Υπάρχουν και περιπτώσεις δύσκολων εγκλεισμών, η αντιμετώπιση των οποίων είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Ο κίνδυνος τρώσης νεύρων είναι υπαρκτός γι’ αυτό απαιτείται εμπειρία και ιδιαίτερη προσοχή του χειρουργού. Εκτός του τρίτου γομφίου και άλλα δόντια μπορούν να παρουσιάσουν εγκλεισμό, όπως οι κυνόδοντες και οι προγόμφιοι. Η ικανότητα που απαιτείται για την αντιμετώπιση όλου του φάσματος της οδοντοφατνιακής χειρουργικής είναι πολύ σημαντική και παραμένει κεντρική δραστηριότητα στην ειδικότητα της Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής. Στο στόμα μπορούν να εμφανιστούν διάφορες αλλοιώσεις, καλοήθεις όγκοι, κύστεις ή εκδηλώσεις μεταβολικών διαταραχών,  οι οποίες μπορούν προοδευτικά να προκαλέσουν πόνο ή φλεγμονή καθώς και παραμόρφωση του οστού και μείωση της αντοχής του. Πολλές ακρορριζικές αλλοιώσεις απαιτούν μετά την ενδοδοντική θεραπεία (απονεύρωση) και εκτομή του ακρορριζίου του δοντιού (ακρορριζεκτομή).

Σε πολλές ακόμη περιπτώσεις αφαίρεσης κύστεως ή καλοήθους όγκου είναι πιθανό να απαιτηθεί τοποθέτηση μοσχεύματος. 

Τα οδοντικά εμφυτεύματα τοποθετούνται σε άτομα στα οποία λείπουν ένα ή περισσότερα δόντια. Κατασκευάζονται από τιτάνιο, υλικό απόλυτα βιοσυμβατό (συμβατό με τους ιστούς του ανθρωπίνου σώματος), το οποίο κυριολεκτικά ενσωματώνεται στα περιβάλλοντα οστά και γίνεται μέρος τους.

Τα οδοντικά εμφυτεύματα είναι μια αποτελεσματική, ασφαλή και προβλέψιμη, ως προς το τελικό αποτέλεσμα, λύση σε περιπτώσεις που λείπουν δόντια.

Μπορούν να αντικαταστήσουν το ένα ή και όλα τα κενά του οδοντικού φραγμού και να στηρίξουν είτε μια γέφυρα, ώστε να αποτραπεί η τοποθέτηση κινητής οδοντοστοιχίας ή μια ολική οδοντοστοιχία κάνοντάς την πιο σταθερή, ασφαλή και άνετη για τους ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας.

Η τοποθέτηση των εμφυτευμάτων εξυπηρετεί τόσο λειτουργικά όσο και αισθητικά. Λειτουργικά, βελτιώνεται στο μέγιστο η μασητική ικανότητα του ασθενούς και αισθητικά, αντικαθιστά τα δόντια που λείπουν στον οδοντικό φραγμό, χαρίζοντας ένα ολοκληρωμένο χαμόγελο.

Η συνεργασία του Στοματικού και Γναθοπροσωπικού Χειρουργού, που θα αναλάβει τη χειρουργική τοποθέτηση του εμφυτεύματος, με τον οδοντίατρο, ο οποίος θα αναλάβει την προσθετική επί των εμφυτευμάτων, δίνει στον ασθενή τα πιο ασφαλή και προβλέψιμα αποτελέσματα.

Η προσθετική αποκατάσταση ενός ασθενούς από τον οδοντίατρο, απαιτεί την ύπαρξη συγκεκριμένων ανατομικών συνθηκών ώστε αυτή να είναι επιτυχής. Πολλές φορές όμως αυτές οι ανατομικές προϋποθέσεις δεν υπάρχουν, είτε λόγω ιδιαίτερων ανατομικών χαρακτηριστικών του ασθενούς όπως εξοστώσεις και υπερπλασίες ούλων, είτε λόγω της εκτεταμένης απορρόφησης του οστού των γνάθων μετά την απώλεια των δοντιών.

H Προπροσθετική Χειρουργική έχει ως βασικό στόχο την επαναδιαμόρφωση των  ιστών του στόματος από το Στοματικό και Γναθοπροσωπικό Χειρουργό, ώστε να δημιουργηθούν οι απαιτούμενες συνθήκες για προσθετική αποκατάσταση από το συνεργαζόμενο οδοντίατρο.

Οι επεμβάσεις αυτές αφορούν τόσο τους μαλακούς ιστούς (βλενογόννο και ούλα) όσο και τους σκληρούς ιστούς (οστούν των γνάθων) και περιλαμβάνουν:

  • Φατνιοπλαστική

  • Eπιμήκυνση μύλης οδόντων

  • Εξομάλυνση εξοστώσεων

  • Εκτομή χαλινών

  • Βλάβες ή ανωμαλίες μαλθακών ιστών

Συνήθως οι επεμβάσεις αυτές διενεργούνται με τοπική αναισθησία και είναι ανεκτές από τους ασθενείς. Η αξία της προπροσθετικής χειρουργικής είναι ιδιαίτερα σημαντική σε νωδούς ασθενείς. Η χειρουργική προετοιμασία των ιστών του στόματος δημιουργεί τις ιδανικές συνθήκες για την καλύτερη έδραση και εφαρμογή των προσθετικών εργασιών.

Η Κροταφογναθική Διάρθρωση (ΚΓΔ) αποτελεί μοναδικό τύπο διάρθρωσης, η οποία κινείται πάντα σε συνάρτηση με την ΚΓΔ  του άλλου ημιμορίου, γεγονός που εξηγεί την πολυπλοκότητα στη λειτουργία της. Υπάρχουν δύο κατηγορίες παθήσεων της κροταφογναθικής διάρθρωσης. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει παθήσεις όπου η ανατομία της περιοχής είναι φυσιολογική αλλά διαταράσσεται η λειτουργία της  και η δεύτερη κατηγορία τις παθήσεις κατά τις οποίες διαταράσσεται η ανατομία της διάρθρωσης, με ή χωρίς λειτουργικά προβλήματα.

Η δυσλειτουργία της κροταφογναθικής διάρθρωσης προσβάλει τουλάχιστον το 40% των ανθρώπων σε κάποια στιγμή της ζωής τους, με προτίμηση στις γυναίκες. Μπορεί να εμφανιστεί κατά την εφηβεία με πόνο στην άρθρωση και παραγωγή χαρακτηριστικού ήχου («clicking»). Πολλές φορές η κατάσταση υποχωρεί χωρίς θεραπεία και δεν υποτροπιάζει. Σε ένα ποσοστό των ασθενών αυτών όμως,  η κατάσταση δεν αυτοϊάται και αναπτύσσει σύνδρομο δυσλειτουργίας της κροταφογναθικής διάρθρωσης, διαφόρων βαθμών σοβαρότητας. 

Πολλοί ερευνητές ενοχοποιούν τις διαταραχές της σύγκλεισης, δηλαδή του τρόπου συνάρθρωσης των άνω και των κάτω δοντιών για τη δυσαρμονία στην κίνηση των κροταφογναθικών διαρθρώσεων. Η κατάσταση επιδεινώνεται από συνθήκες έντονου ψυχολογικού στρες, οι οποίες προκαλούν αυξημένο μυϊκό τόνο των μασητηρίων μυών. Στους ασθενείς αυτούς, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει και χορήγηση αγχολυτικών ή αντικαταθλιπτικών.

Πιστεύεται ότι ο ψυχολογικός παράγων παίζει τον σημαντικότερο ρόλο στην εκδήλωση του συνδρόμου αυτού. Ο πόνος είναι συνέπεια του σπασμού των μασητηρίων μυών και επηρεάζεται από στοματικές έξεις, ανωμαλίες σύγκλεισης και το υπερβολικό σφίξιμο ή το τρίξιμο των δοντιών. Η συντηρητική θεραπεία περιλαμβάνει φυσικοθεραπεία, χρήση ειδικών οδοντικών ναρθήκων και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, την χρήση αγχολυτικών, αντικαταθλιπτικών και άλλων φαρμάκων. Η χρήση βοτουλυνικής τοξίνης (Botox) προτείνεται τελευταία για την χαλάρωση της έντονης σύσπασης των μασητηρίων μυών και την ανακούφιση από τα συμπτώματα του συνδρόμου. 

Η χειρουργική θεραπεία χρησιμοποιείται  σε επιλεγμένες περιπτώσεις και περιλαμβάνει αρθροσκοπικές και ανοικτές τεχνικές για την  διόρθωση ανατομικών και λειτουργικών ανωμαλιών της διάρθρωσης.

Οι Στοματικοί και Γναθοπροσωπικοί Χειρουργοί εκπαιδεύονται τόσο στην Οδοντιατρική όσο και στην Ιατρική. Λόγω αυτού του γεγονότος είναι οι πλέον εξειδικευμένοι στο θέμα των Προσωπαλγιών οι οποίες μπορούν να οφείλονται σε μια τεράστια ποικιλία παθολογικών και ψυχολογικών αιτίων.

Η διαφορική διάγνωση της προσωπαλγίας περιλαμβάνει τον κοινό οδοντικό πόνο και άλλα οδοντογενή αίτια, την ιγμορίτιδα, τις νευραλγίες (όπως η νευραλγία τριδύμου) καθώς και σπάνιες αιτίες όπως οι κακοήθεις όγκοι της στοματικής κοιλότητας, του ρινοφάρυγγα, του στοματοφάρυγγα και της βάσης του κρανίου. Ο πόνος λόγω δυσλειτουργιών της κροταφογναθικής διάρθρωσης εμφανίζεται σε σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού σε κάποια στιγμή της ζωής του, με ποικιλία συμπτωμάτων όπως μυαλγία, άτυπη προσωπαλγία, άτυπη οδονταλγία κλπ.

Για τη διάγνωση, η λήψη ενός λεπτομερούς ιστορικού έχει εξέχουσα σημασία. Οι εξετάσεις που χρησιμοποιούνται είναι οι ακτινογραφία, η αξονική και η μαγνητική τομογραφία , πάντα όμως συμπληρωματικά στο ιστορικό και στην πλήρη κλινική εξέταση.

Για την αντμετώπιση είναι συχνά απαραίτητη η συνεργασία με γιατρούς άλλων ειδικοτήτων όπως νευρολόγοι, νευροχειρουργοί, ψυχίατροι, κλινικοί ψυχολόγοι και ειδικοί αναισθησιολόγοι.

Οι  τραχηλοπροσωπικές λοιμώξεις αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο στην ειδικότητα της Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής. Οι τραχηλοπροσωπικές λοιμώξεις μπορεί να είναι οδοντογενούς ή μη οδοντογενούς αιτιολογίας, στη συντριπτική τους όμως πλειοψηφία είναι οδοντογενείς, οφείλονται δηλαδή σε αίτια που σχετίζονται με τα δόντια. Στις οδοντογενείς περιλαμβάνονται  οι περιακρορριζικές φλεγμονές, οι περιστεφανίτιδες, οι περιοδοντικές φλεγμονές, οι μετεξακτικές λοιμώξεις, οι οδοντογενείς ιγμορίτιδες, ενώ οδοντογενή μπορούν να είναι
και τα αίτια οστεομυελίτιδας των γνάθων. Στις μη οδοντογενείς περιλαμβάνονται τα διαπυηθέντα τραύματα, τα επιπλεγμένα κατάγματα, οι οστεομυελίτιδες μη οδοντογενούς αιτιολογίας, οι σιαλαδενίτιδες, οι επιμολυσμένες κύστεις των γνάθων και οι δοθιήνες. Στην κλινική εικόνα των λοιμώξεων αυτών έχουμε γενικές και τοπικές εκδηλώσεις.

Οι  γενικές εκδηλώσεις είναι ο πυρετός, η  κακουχία και εργαστηριακά η λευκοκυττάρωση ενώ οι τοπικές, ο πόνος, η διόγκωση της προσβληθείσας περιοχής, η ερυθρότητά της, η διόγκωση των λεμφαδένων και η διαταραχή της λειτουργίας του οργάνου που πάσχει. Πρέπει να σημειωθεί ότι η γενική συμπτωματολογία σε μια τραχηλοπροσωπική λοίμωξη δεν είναι ο κανόνας. Η παρουσία γενικών συμπτωμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί υποδηλώνει είτε επέκταση της λοίμωξης, είτε μειονεκτικό αμυντικό υπόστρωμα του ασθενούς.

Η θεραπεία των τραχηλοπροσωπικών λοιμώξεων μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική. Στη συντηρητική θεραπεία περιλαμβάνεται κυρίως η  αντιμικροβιακή αγωγή και υποστηρικτικά, η χορήγηση αναλγητικών και αντιπυρετικών καθώς και η ενυδάτωση του ασθενούς. Η χειρουργική αντιμετώπιση είναι απαραίτητη σε ορισμένες μορφές λοιμώξεων πχ στην οστεομυελίτιδα και μάλιστα στη χρόνια μορφή, αλλά επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση που έχουμε σχηματισμό περίγραπτου αποστήματος, ενώ πάντα πρέπει να αντιμετωπίζεται η υποκείμενη αιτία (εξαγωγή ή θεραπεία υπαίτιου δοντιού, αφαίρεση κύστης κλπ).

Τα αντιοστεοκλαστικά είναι μια ομάδα φαρμάκων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των οστών. Σε αυτά ανήκουν κυρίως τα διφωσφονικά φάρμακα και η δενοσουμάμπη. Η χορήγηση τους από το στόμα ενδείκνυται κυρίως σε περιπτώσεις πρόληψης και θεραπείας της οστεοπόρωσης, αλλά και σε άλλες μεταβολικές παθήσεις των οστών όπως νόσο του Paget, ατελή οστεογένεση κ.α. Ενδοφλεβίως χορηγούνται για την αντιμετώπιση της υπερασβεστιαιμίας από κακοήθεια, σε μεταστάσεις στα οστά από διάφορα είδη καρκίνου, στη θεραπεία πολλαπλού μυελώματος και προσφάτως έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούνται και σε ασθενείς με οστεοπόρωση.
Χωρίς αμφιβολία επιδρούν θετικά στην ποιότητα ζωής των ασθενών με οστεολυτικές νόσους, μειώνοντας τον πόνο και την πιθανότητα παθολογικών καταγμάτων.
Η οστεονέκρωση της γνάθου (ARONJ) η οποία σχετίζεται με τη χρήση των αντιοστεοκλαστικών φαρμάκων (διφωσφονικά – denosumab) είναι μια επιπλοκή που παρουσιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στις γνάθους, κατά την οποία παρατηρείται νέκρωση και έκθεση του οστού στη στοματική κοιλότητα.
Η εκροή πύου και ο πόνος είναι συνήθη συμπτώματα τέτοιες χρόνιες κατάστασεις. Είναι μια εξουθενωτική ασθένεια, η οποία είναι συχνά ανθεκτική σε αντιβιοτική θεραπεία.

Πολλά ερωτήματα παραμένουν ακόμα αναπάντητα όσον αφορά (α.) το μηχανισμό εμφάνισης της σχετιζόμενης με διφωσφονικά οστεονέκρωσης της γνάθου (β.) την πιο αποτελεσματική θεραπεία σε ασθενείς που έχουν αναπτύξει την νόσο και (γ.) τα μέτρα πρόληψης στους ασθενείς αυτούς που χρήζουν οδοντοφατνιακή χειρουργική.

Ενδείξεις χορήγησης των εν λόγω φαρμάκων

  1. Ενδοφλέβια χορήγηση
  • Υπερασβεστιαιμία από κακοήθεια
  • Μεταστάσεις στα οστά κυρίως από καρκίνο μαστού, προστάτη, πνευμόνων
  • Πολλαπλό μυέλωμα
  • Οστεοπόρωση

2. Από στο στόμα χορήγηση

 

  • Οστεοπόρωση/Οστεοπενίας

  • Νόσος Paget

  • Osteogenesis imperfecta

  • Πολυεστιακή οστεομυελίτιδα

  • Κεντρικοί γιγαντοκυτταρικοί όγκοι

  • Ιστιοκύττωση

  • Β-Θαλασσαιμία

  • Ινώδης Δυσπλασία

Οι ασθενείς επωφελούνται πολύ από τη θεραπευτική επίδραση των διφωσφονικών επιδρώντας στον έλεγχο του πόνου και μειώνοντας την συχνότητα σκελετικών επιπλοκών. Μειώνουν κατά 40 % με 70% την εμφάνιση καταγμάτων σπονδύλου και λεκάνης.

Οι στόχοι θεραπείας ατόμων που μπορεί ή έχουν αναπτύξει ΑRONJ είναι η διατήρηση της ποιότητας ζωής με :

1. Κατάλληλη εκπαίδευση των ασθενών
2. Έλεγχο του πόνου
3. Έλεγχο ανάπτυξης δευτερογενούς λοίμωξης
4. Περιορισμό της επέκτασης της νέκρωσης ή της ανάπτυξης νέων περιοχών νέκρωσης.

Η στρατηγική θεραπείας έχει ως εξής:

Ασθενείς οι οποίοι πρόκειται να ξεκινήσουν αντιοστεοκλαστική θεραπεία θα πρέπει, εφόσον η συστηματική κατάσταση τους το επιτρέπει, να καθυστερήσει η έναρξη της θεραπείας τους μέχρι να αποκατασταθεί η οδοντική υγεία. Η απόφαση πρέπει να γίνεται πάντοτε σε συνεννόηση με όλες τις ειδικότητες που εμπλέκονται. Στην περίπτωση που έχουν πραγματοποιηθεί εξαγωγές δοντιών η θεραπεία με διφωσφονικά θα πρέπει να καθυστερήσει για περίπου 14-21 μέρες μέχρι να επιτευχθεί δηλαδή επιθηλιοποίηση στην πληγή.

Μεγάλης σημασίας είναι η ενημέρωση του ασθενή όσον αφορά την πιθανότητα ανάπτυξης νέκρωσης και η εκπαίδευση του προς αποφυγή αυτού.
Οι ογκολόγοι πρέπει να αντιμετωπίζουν τον ασθενή ο οποίος πρόκειται να ξεκινήσει θεραπεία ενδοφλεβίως με αντιοστεοκλαστικά φάρμακα παρόμοια με ασθενή που πρόκειται να υποβληθεί σε ραδιοθεραπεία κεφαλής και τραχήλου.

Σχεδιασμός θεραπείας

Ασυμπτωματικοί ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ενδοφλεβίως αντιοστεοκλαστικά. Σ’αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να αποφεύγονται επεμβάσεις στην γνάθο, που μπορεί να προκαλέσουν οστικό τραυματισμό καθώς επίσης η τοποθέτηση οδοντικών εμφυτευμάτων σε ογκολογικούς ασθενείς οι οποίοι εκτίθενται σε υψηλής ισχύος πχ διφωσφονικά σε συχνές δόσεις 4-12. Η περίπτωση διακοπής του φαρμάκου πριν από οποιαδήποτε επέμβαση στην γνάθο χρήζει περισσότερης διερεύνησης.
Ασυμπτωματικοί ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αντιοστεοκλαστικά φάρμακα από του στόματος επίσης αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο οστεονέκρωσης σε μικρότερο βαθμό από αυτούς με ενδοφλέβια χορήγηση. Οστεονέκρωση μπορεί να εμφανιστεί αυτόματα ή μετά από τραυματισμούς ,είναι μικρότερης όμως σοβαρότητας με καλύτερη ανταπόκριση στα θεραπευτικά μέτρα που θα αναφέρουμε παρακάτω. Δεν ενδείκνυνται χειρουργικές επεμβάσεις στην γνάθο , οι ασθενείς πρέπει να είναι ενημερωμένοι για την περίπτωση ανάπτυξης νέκρωσης.
Δεν υπάρχει καμία έρευνα που να αποδεικνύει ότι η εβδομαδιαία ή μηνιαία χρήση διφωσφονικών από του στόματος έχουν οποιαδήποτε επίδραση στον κίνδυνο ανάπτυξης οστεονέκρωσης. Ο κίνδυνος ανάπτυξης οστεονέκρωσης σ’αυτή την περίπτωση, συνδέεται άμεσα με την διάρκεια της θεραπείας και οι ασθενείς χωρίζονται σε 3 κατηγορίες.

Οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αντιοστεοκλαστικά (πχ διφωσφονικά) από του στόματος λιγότερο από 3 χρόνια χωρίς κανένα κλινικό παράγοντα κινδύνου. Σ’αυτούς, δεν επιβάλλεται καμία αλλαγή όσον αφορά το σχέδιο θεραπείας για οδοντοφατνιακή χειρουργική. Σε ασθενείς με οδοντικά εμφυτεύματα θα πρέπει να βρίσκονται κάτω από συχνό σχέδιο παρακολούθησης καθώς επίσης και συνεννόηση με τον γιατρό που έχει χορηγήσει το φάρμακο για διακοπή του φαρμάκου, αλλαγή της δοσολογίας του ή αλλαγή με κάποιο άλλο.

Σε ασθενείς οι οποίοι έχουν ήδη αναπτύξει οστεονέκρωση θεραπεία όπως έχουμε προαναφέρει στοχεύει σε περιορισμό του πόνου, έλεγχο επέκτασης της φλεγμονής και αποφυγή εμφάνισης νέων εστιών νέκρωσης. Αυτοί οι ασθενείς ανταποκρίνονται λιγότερο στις χειρουργικές μεθόδους που εφαρμόζονται σε Οστεομυελίτιδα ή στην οτεοραδιονέκρωση.

Ο Στοματικός και Γναθοπροσωπικός χειρουργός είναι ο μόνος ειδικός της περιοχής του στόματος και της γναθοπροσωπικής χώρας με τη δυνατότητανα ενημερώσει και να επέμβει αν χρειαστεί σε όποιο στάδιο και αν βρίσκεται η πάθηση αυτή.

Τα Γναθοπροσωπικά τραύματα είναι τα τραύματα των μαλακών ιστών του προσώπου, του σκελετού του προσώπου και των εξειδικευμένων μαλακών ιστών στην περιοχή της κεφαλής και του τραχήλου, ως αποτέλεσμα εξωτερικής βίας. Ο Στοματικός και Γναθοπροσωπικός Χειρουργός είναι απαραίτητο μέλος της ομάδας αντιμετώπισης τραύματος, τόσο άμεσα όσο και σε δεύτερο χρόνο. Στους πιο σοβαρούς τραυματισμούς, ο Στοματικός και Γναθοπροσωπικός Χειρουργός συνεργάζεται στενά με ιατρούς άλλων ειδικοτήτων όπως η Νευροχειρουργική και η Οφθαλμολογία. 

Ο αριθμός των γναθοπροσωπικών τραυμάτων αυξάνει συνεχώς. Οι συχνότερες αιτίες είναι τα τροχαία ατυχήματα και οι φιλονικίες. 

Η ανατομία του σκελετού και των μαλακών μορίων της κρανιογναθοπροσωπικής περιοχής είναι πολύπλοκη και η εξειδικευμένη γνώση  της ανατομίας και της φυσιολογίας του στοματογναθικού συστήματος είναι απαραίτητη για την επιτυχημένη αντιμετώπιση του γναθοπροσωπικού τραυματία.   

Τα γναθοπροσωπικά κατάγματα θεραπεύονται συνήθως με ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση με κάποιο σύστημα πλακών οστεοσύνθεσης. Αυτό οδηγεί σε γρήγορη λειτουργική αποκατάσταση. Χωρίς αμφιβολία όμως, πολλά σοβαρά τραύματα του προσώπου, όταν δεν αντιμετωπιστούν κατάλληλα από τον ειδικό, μπορούν να προκαλέσουν μόνιμη παραμόρφωση με αισθητικά και λειτουργικά προβλήματα. 

Χρησιμοποιούνται τεχνολογικά προηγμένες απεικονιστικές μέθοδοι για την μελέτη των κρανιοπροσωπικών τραυμάτων και τον σχεδιασμό της θεραπείας. Οι σύγχρονες τεχνικές της Στοματικής και  Γναθοπροσωπικής χειρουργικής επιτρέπουν την γρήγορη λειτουργική αποκατάσταση και επάνοδο στην εργασία του ασθενή και έχουν μειώσει την ανάγκη για επεμβάσεις σε δεύτερο χρόνο.  

Είναι απαραίτητο ΟΛΑ τα τραύματα του προσώπου να εκτιμώνται από Στοματικό και Γναθοπροσωπικό Χειρουργό.

Η διόρθωση των ανωμαλιών των γνάθων και των οστών του προσώπου αποτελεί το αντικείμενο της Oρθογναθικής Xειρουργικής. Αυτό επιτυγχάνεται κατά κύριο λόγο με οστεοτομίες, κατά τις οποίες διαχωρίζονται τα οστά των γνάθων και τοποθετούνται σε νέες θέσεις, με διατήρηση της αιμάτωσής τους. Οι συνηθέστερες ενδείξεις  ορθογναθικών επεμβάσεων είναι οι δυσπλασίες του προσώπου, προβλήματα στη μάσηση και την ομιλία λόγω κακής σύγκλεισης και αισθητικοί λόγοι.

Οι ανωμαλίες που συναντώνται συνήθως είναι ο προγναθισμός και ο οπισθογναθισμός της άνω και της κάτω γνάθου. Κάθετες ανωμαλίες, π.χ. ανεωγμένη δήξη ή ουλικό χαμόγελο, μπορούν επίσης να αντιμετωπιστούν με τη βοήθεια της ορθογναθικής χειρουργικής, καθώς και περιπτώσεις ασυμμετρίας, στις οποίες το ένα ημιμόριο του προσώπου παρουσιάζει υποπλασία ή υπερπλασία. Η ορθογναθική χειρουργική παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των συγγενών κρανιοπροσωπικών συνδρόμων, σε άλλες αναπτυξιακές ανωμαλίες του κρανίου και του προσώπου, καθώς και στην αντιμετώπιση των σχιστιών του χείλους και της υπερώας.

Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για εκλεκτικές χειρουργικές επεμβάσεις και οι επιθυμίες του ασθενούς λαμβάνονται σοβαρά υπ’όψη. Στις περισσότερες περιπτώσεις η χειρουργική επέμβαση γίνεται μετά την ηλικία των 16 ετών όταν έχει σχεδόν ολοκληρωθεί η αύξηση των γνάθων. Εξαίρεση αποτελούν οι πολύ σοβαρές δυσμορφίες και οι περιπτώσεις όπου υπάρχουν σοβαρά ψυχολογικά ή κοινωνικά προβλήματα, αλλά πιθανόν να απαιτηθεί δεύτερη χειρουργική επέμβαση. Η εφαρμογή διαγναθικής ακινητοποίησης μετά την επέμβαση δεν είναι σήμερα απαραίτητη γιατί οι νέες τεχνικές οστεοσύνθεσης με βίδες και πλάκες έχουν μειώσει την αναγκαιότητα της.

Για την αντιμετώπιση αυτών των περιπτώσεων ο γναθοχειρουργός συνεργάζεται στενά με τον ορθοδοντικό και άλλες οδοντιατρικές ειδικότητες. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων απαιτείται προεγχειρητική ορθοδοντική θεραπεία, για την όσο το δυνατό καλύτερη διόρθωση τόσο της οδοντικής σύγκλεισης όσο και της εμφάνισης του προσώπου και των δοντιών. 

Μετά την επέμβαση ακολουθεί μετεγχειρητική ορθοδοντική θεραπεία για την τελειοποίηση του αποτελέσματος.

Παρά το γεγονός ότι οι ορθογναθικές επεμβάσεις είναι μεγάλες επεμβάσεις οι οποίες ενέχουν κινδύνους σημαντικών επιπλοκών, υπάρχουν παράγοντες οι οποίοι έχουν κάνει τις ορθογναθικές επεμβάσεις πολύ ασφαλείς και κατά συνέπεια πολύ δημοφιλείς. Κυρίαρχο ρόλο παίζουν η καλή ορθοδοντική θεραπεία, ο ακριβής προεγχειρητικός σχεδιασμός σε προπλάσματα και υπολογιστές, οι σύγχρονες τεχνικές αναισθησίας και ελέγχου των αεροφόρων οδών και η χρήση της υποτασικής αναισθησίας για την μείωση της αιμορραγίας. Επιπρόσθετα, τα σύγχρονα εργαλεία παρέχουν ακριβείς μεθόδους κοπής οστών και αξιόπιστες μεθόδους ακινητοποίησης με αποτέλεσμα την αποφυγή διαγναθικής ακινητοποίησης ή εξωτερικής οστεοσύνθεσης. Η καλή χειρουργική τεχνική σε συνδυασμό με τη χρήση αντιβιοτικών και στεροειδών μειώνει το μετεγχειρητικό οίδημα στο ελάχιστο δυνατό και μειώνει τον χρόνο νοσηλείας.

Διατατική οστεογένεση

Κάνοντας οστεοτομία σε μακρά οστά, ο Ρώσος ορθοπαιδικός Ilizarov, απέδειξε ότι είναι δυνατή η προοδευτική επιμήκυνση των οστών αυτών με ελεγχόμενη διάταση των οστικών κολοβωμάτων, χωρίς να χρειάζονται οστικά μοσχεύματα. Η τεχνική αυτή επηρέασε σημαντικά την ορθοπαιδική και εφαρμόζεται ήδη με επιτυχία και στα οστά του προσωπικού κρανίου.

Εφαρμόζεται κυρίως στις εξής περιπτώσεις:

  • Διατατική οστεογένεση για την επιμήκυνση της κάτω γνάθου είτε σε περιπτώσεις υποπλασίας είτε σε περιπτώσεις δυσμορφίας λόγω τραύματος ή εκτομής όγκου.

  • Διατατική οστεογένεση του μέσου τριτημορίου του προσώπου.

  • Σε επιλεγμένες περιπτώσεις κρανιοπροσωπικών δυσμορφιών η μέθοδος αυτή μπορεί να έχει καλά αποτελέσματα, χωρίς να χρειαστούν μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις με τοποθέτηση μοσχευμάτων.

  • Κάθετη διατατική οστεογένεση της υπολειμματικής φατνιακής ακρολοφίας με σκοπό την αύξηση του όγκου των γνάθων χωρίς μόσχευμα, για την τοποθέτηση οδοντικών εμφυτευμάτων.

Η Στοματική και Γναθοπροσωπική Χειρουργική κατέχει ηγετικό ρόλο στην αντιμετώπιση του στοματογναθικού καρκίνου σε συνεργασία με άλλες ειδικότητες, κυρίως την ογκολογία και την ακτινοθεραπευτική. Ο στοματογναθικός καρκίνος είναι μια σοβαρή κακοήθης νόσος που αν δεν αντιμετωπιστεί κατάλληλα, οδηγεί στο θάνατο. Στην στοματική κοιλότητα συνήθως ξεκινά σαν έλκος ή διόγκωση κυρίως του χείλους, της γλώσσας ή του εδάφους του στόματος με έντονη τάση να μεθίσταται στους τραχηλικούς λεμφαδένες

O προληπτικός έλεγχος των ομάδων υψηλού κινδύνου δηλ. των καπνιστών και των ατόμων που καταναλώνουν μεγάλη ποσότητα αλκοόλ θα μπορούσε να βελτιώσει την πρόγνωση της νόσου. Δυστυχώς, τέτοιο πρόγραμμα δεν υπάρχει ακόμα. Έτσι το 50% των καρκίνων της στοματικής κοιλότητας διαγιγνώσκεται σε προχωρημένο στάδιο, όπου η πρόγνωση είναι χειρότερη. Υπάρχουν κάποιες βλάβες οι οποίες μπορούν δυνητικά να οδηγήσουν σε ανάπτυξη καρκίνου . Αυτές ονομάζονται προκαρκινικές βλάβες και παρουσιάζονται συνήθως ως λευκές ή ερυθρές περιοχές του βλεννογόνου (λευκοπλακία και ερυθροπλακία).

Οι βλάβες αυτές θεραπεύονται με τοπική εκτομή και την απομάκρυνση του αιτιολογικού παράγοντα. Κάποιες προκαρκινικές βλάβες αντιμετωπίζονται με συχνή παρακολούθηση, με ή χωρίς κάποια άλλη θεραπεία. Τι πρέπει να προσέχει όμως ένας ασθενής; Κατ’ αρχάς ο καρκίνος του στόματος είναι σπάνιος. Αυτό σημαίνει ότι οι περισσότερες βλάβες του στόματος δεν είναι ανησυχητικές. Αν όμως παρατηρήσετε κάτι ασυνήθιστο, μην αμελήσετε να επισκεφτείτε τον γιατρό ή τον οδοντίατρό σας. Αν το κρίνει σκόπιμο θα σας συστήσει να επισκεφτείτε έναν Στοματικό και Γναθοπροσωπικο χειρουργό για περαιτέρω έλεγχο.

Σημεία και συμπτώματα που πρέπει να σας οδηγήσουν στον ειδικό περιλαμβάνουν:

  • Πληγή που δεν επουλώνεται σε διάστημα δυο εβδομάδων.

  • Διογκώσεις μέσα στο στόμα.

  • Λευκές ή ερυθρές περιοχές που μπορεί να αιμορραγούν.

  • Πάχυνση του βλεννογόνου του στόματος.

  • Δυσκολία στη κατάποση , ομιλία και τη διάνοιξη του στόματος.

  • Διόγκωση της περιοχής του λαιμού.

Κατά τα πρώτα στάδια του στοματικού καρκίνου δεν υπάρχει συνήθως πόνος. Αν είστε καπνιστής ή / και βαρύς πότης, έχετε περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσετε προκαρκινική βλάβη ή καρκίνο του στόματος.

Στη θεραπευτική αντιμετώπιση του στοματικού καρκινου, η χειρουργική θεραπεία παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Και αυτό γιατί η πλειοψηφία των ασθενών απαιτεί εκτομή του όγκου, αποκατάσταση των ελλειμμάτων και στη συνέχεια φυσική αποκατάσταση για την κοινωνική επανένταξη του ασθενούς. Σε κάποιες περιπτώσεις απαιτείται μετεγχειρητική ακτινοθεραπεία.

Τα τελευταία χρόνια μεγάλη πρόοδος έχει επιτευχθεί με την χρήση ελευθέρων κρημνών για την αποκατάσταση μετά από εκτεταμένες επεμβάσεις για την αντιμετώπιση του καρκίνου της κεφαλής και του τραχήλου. Η αποκατάσταση του προσώπου και των γνάθων αποτελεί χειρουργική πρόκληση, καθώς περιλαμβάνει την αποκατάσταση τόσο του οστικού υποστρώματος όσο και των μαλακών μορίων.

Μπορούμε να αποκαταστήσουμε τη δομή και τη λειτουργία της κάτω γνάθου με μεταφορά οστού και μαλακών ιστών από άλλα μέρη του σώματος και να τοποθετήσουμε πάνω στο μόσχευμα οστεοενσωματούμενα εμφυτεύματα . Πάνω σ αυτά μπορούν να στηριχθούν προσθετικές εργασίες οι οποίες θα αποκαταστήσουν την λειτουργία της μάσησης καθώς και την εμφάνιση του ασθενούς.

Η αποκατάσταση της συνέχειας της κάτω γνάθου είναι απαραίτητη σε ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση κακοήθους όγκου του στόματος. Τα αυτομοσχεύματα λαμβάνονται από τη λαγόνια ακρολοφία, την περόνη και την ωμοπλάτη. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, η άμεση τοποθέτηση εμφυτευμάτων επιτρέπει την γρήγορη αποκατάσταση της λειτουργίας του στοματογναθικού συστήματος.

Τα ελλείμματα μετά από εκτομή της άνω γνάθου μπορούν να είναι αρκετά εκτεταμένα και να περιλαμβάνουν ακόμα και αφαίρεση του οφθαλμικού βολβού. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αποκατάσταση του ελλείμματος γίνεται με τη βοήθεια μεταφερομενων κρημνων η γναθοπροσωπικών προσθετικών εργασιών οι οποίες αντικαθιστούν τους ιστούς που ελλείπουν και εμποδίζουν την επικοινωνία μεταξύ της στοματικής κοιλότητας και του οφθαλμικού κόγχου. Η τοποθέτηση τόσο ενδοστοματικών όσο και εξωστοματικών εμφυτευμάτων προσφέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα σε αυτές τις περιπτώσεις.

Το ψυχολογικό στρες της παραμόρφωσης και της δυσλειτουργίας του στοματογναθικού συστήματος είναι σημαντικό για πολλούς ασθενείς, είτε αυτές προκαλούνται από τραυματισμό είτε από χειρουργική επέμβαση. Οι ασθενείς αυτοί χρειάζονται εξειδικευμένη υποστηρικτική θεραπεία για την κοινωνική τους επανένταξη, η οποία περιλαμβάνει λογοθεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη.

Ο σίελος (σάλιο) είναι απαραίτητος για τις λειτουργίες της ομιλίας και της κατάποσης και παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της στοματικής υγείας, διατηρώντας την ακεραιότητα του στοματικού βλεννογόνου. Περιέχει ποικιλία πρωτεϊνών με αντιμικροβιακή δραστικότητα καθώς και άλατα και μέταλλα, συμπεριλαμβανομένου και του φθορίου. Ακόμη, δρα ως ρυθμιστικό διάλυμα και είναι επομένως σημαντικό για τον έλεγχο της τερηδόνας και της περιοδοντικής νόσου.

Το σάλιο παράγεται από τα τρία ζεύγη των μειζόνων σιελογόνων αδένων, την παρωτίδα στην προωτιαία χώρα και τον υπογνάθιο και τον  υπογλώσσιο σιελογόνο αδένα στο έδαφος του στόματος. Επιπρόσθετα, υπάρχουν 200 ελάσσονες σιελογόνοι αδένες στο βλεννογόνο του στόματος, της σκληρής  και μαλακής  υπερώας, της παρειάς, των χειλέων και του εδάφους του στόματος. 

Οι σιελογόνοι αδένες μπορεί να εμπλακούν σε πολλές παθολογικές εξεργασίες όπως συγγενείς ανωμαλίες, λοιμώξεις και άλλες φλεγμονώδεις εξεργασίες, απόφραξη του εκφορητικού πόρου, όγκοι και εκφυλιστικές αλλοιώσεις. Τα συνηθέστερα προβλήματα της κλινικής πράξης προκαλούνται από φλεγμονές, λιθίαση του πόρου, καλοήθεις και κακοήθεις όγκους και αυτοάνοσα νοσήματα. 

Φλεγμονές 

Ο ιός της επιδημικής παρωτίτιδας είναι η συχνότερη αιτία φλεγμονής των σιελογόνων αδένων.  Η μικροβιακή μόλυνση των μειζόνων σιελογόνων αδένων είναι συνήθως ανιούσα από μικρόβια του στόματος, μέσω του εκφορητικού πόρου. Συχνά παρουσιάζονται υποτροπές, ιδιαίτερα σε σιαλολιθίαση, σε αδένες που έχουν υποστεί ακτινοβολία και σε ασθενείς με προβλήματα γενικής υγείας.

Σιαλολιθίαση 

Λίθοι μπορούν να σχηματιστούν μέσα στο παρέγχυμα και τους εκφορητικούς των μειζόνων σιελογόνων αδένων με μηχανισμό παρόμοιο με αυτό των χολολίθων και των λίθων νεφρών και ουρητήρων. Προκαλούν απόφραξη της ροής του σιέλου με χαρακτηριστικό πόνο και οίδημα την ώρα των γευμάτων. Αν η απόφραξη συνεχιστεί, επέρχεται καταστροφή του αδενικού παρεγχύματος και συχνά απαιτείται αφαίρεση του αδένα. Απόφραξη των ελασσόνων σιελογόνων αδένων είναι δυνατόν να συμβεί, προκαλώντας βλάβες στα χείλη και τις παρειές που μοιάζουν με κύστεις.

Όγκοι

Τόσο οι μείζονες όσο και οι ελάσσονες σιελογόνοι αδένες μπορούν να προσβληθούν από μια μεγάλη ποικιλία τόσο καλοήθων όσο και κακοήθων όγκων. Οι καλοήθεις αποτελούν την πλειοψηφία τους, μπορούν όμως να μεγαλώσουν πάρα πολύ , φτάνοντας τερατώδεις διαστάσεις. Οι κακοήθεις όγκοι των σιελογόνων αδένων αποτελούν το 2% όλων των καρκίνων.  Η αντιμετώπιση των όγκων των σιελογόνων αδένων απαιτεί εξειδικευμένες χειρουργικές ικανότητες λόγω της γειτνίασης των εγκεφαλικών νεύρων και της επιθετικής συχνά φύσης των νεοπλασμάτων. Συχνά απαιτείται συνδυασμός χειρουργικής και ακτινοθεραπείας για τον έλεγχο της νόσου.

Εκφυλιστικές Νόσοι 

Οι σιελογόνοι και οι δακρυϊκοί αδένες μπορούν να προσβληθούν από ένα αυτοάνοσο νόσημα, το σύνδρομο Sjogren το οποίο προκαλεί ξηροστομία και ξηροφθαλμία. Το σύνδρομο συνοδεύεται συχνά από ρευματοειδή αρθρίτιδα ή συστηματικό ερυθηματώδη λύκο. Λόγω της έλλειψης σιέλου, οι ασθενείς με σύνδρομο Sjogren αναπτύσσουν σοβαρά στοματικά προβλήματα και περίπου το 10% από αυτούς αναπτύσσει non-Hodgkin λέμφωμα. Οι ασθενείς αυτοί λοιπόν απαιτούν συχνότατη και λεπτομερή παρακολούθηση για την έγκαιρη διάγνωση του λεμφώματος σε πολύ πρώιμο στάδιο, όταν η θεραπεία είναι αποτελεσματική.

Οι σχιστίες του χείλους και της υπερώας είναι μια συνηθισμένη γενετική ανωμαλία που εμφανίζεται με συχνότητα 1 στις 600 γεννήσεις και μπορεί να παρουσιαστεί με διάφορες μορφές και συνδυασμούς. Οι χειλεοσχιστίες ποικίλουν, από ένα απλό εντύπωμα του χείλους μέχρι πλήρεις σχιστίες που περιλαμβάνουν τη βάση της ρινός και μπορούν να σχετίζονται με σχιστίες της πρωτογενούς ή της δευτερογενούς υπερώας.

Οι σχιστίες μπορούν να είναι ετερόπλευρες ή αμφοτερόπλευρες, τέλειες ή ατελείς. Η υπερωιοσχιστία μπορεί να είναι ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη και ποικίλλει από τη δισχιδή σταφυλή μέχρι την πλήρη σχιστία της σκληρής και μαλακής υπερώας. Οι σχιστίες αποτελούν συχνά εκδηλώσεις συνδρόμων του πρώτου και του δεύτερου βραγχιακού τόξου όπως το σύνδρομο Pierre Robin. Η δυσπλασία έχει επιπτώσεις την αισθητική του προσώπου, στην ακοή, στο λόγο, την πρόσληψη τροφής και στην κοινωνική ένταξη. Δείκτες δυσλειτουργίας και παραμόρφωσης είναι η υποτροπιάζουσα μέση ωτίτιδα, η κώφωση, οι ανωμαλίες του λόγου, η στοματορινική επικοινωνία, προβλήματα στην πρόσληψη τροφής και στην κατάποση καθώς και ψυχοκοινωνικές δυσκολίες.

Είναι απαραίτητο λοιπόν τέτοια περιστατικά να αντιμετωπίζονται από ομάδα ειδικών που να περιλαμβάνει Στοματικό και Γναθοπροσωπικό Χειρουργό, Ωτορινολαρυγγολόγο, Λογοθεραπευτή, Ορθοδοντικό, Παιδίατρο, Παιδοαναισθησιολόγο, εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό για παιδιά, Οδοντίατρο-Προσθετολόγο, Κλινικό Ψυχολόγο και Κλινικό Γενετιστή.

Η χειρουργική επέμβαση κατέχει κεντρική θέση στην θεραπεία και η επιλογή της τεχνικής πρέπει να βασίζεται στην πλήρη κατανόηση των ανατομικών στοιχείων που εμπλέκονται. Αυτή η πλήρης κατανόηση δίνεται κατά την οδοντιατρική εκπαίδευση. Ο σκοπός της επέμβασης είναι η αποκατάσταση της φυσιολογικής ανατομικής και η διευκόλυνση της φυσιολογικής ανάπτυξης όλων των στοιχείων που επηρεάζονται από τη σχιστία. Έμφαση πρέπει να δίδεται στην αποκατάσταση της συνέχειας των μυών του χείλους και της ρινός. Οι τεχνικές που βασίζονται στις παραπάνω παραδοχές, αποφέρουν τα καλύτερα αποτελέσματα μακροπρόθεσμα. Ακόμα όμως και με τις ιδανικότερες προϋποθέσεις, συνήθως είναι απαραίτητες συμπληρωματικές χειρουργικές επεμβάσεις.

 Ακόμη, άλλες χειρουργικές επεμβάσεις μπορεί να χρειαστούν κατά την ανάπτυξη του παιδιού. Σε περίπτωση που τα προβλήματα λόγου δεν μπορούν να λυθούν μόνο με λογοθεραπεία, μπορεί να χρειαστεί συμπληρωματική υπερωιοπλαστική, επιμήκυνση της υπερώας και φαρυγγοπλαστική. Αργότερα, στις σχιστίες που περιλαμβάνουν την φατνιακή απόφυση, τοποθετείται οστικό μόσχευμα στη σχιστία στην ηλικία των 7 έως 11 ετών. Με την ολοκλήρωση της ανάπτυξης είναι πιθανόν να χρειαστούν ορθογναθικές επεμβάσεις για τη διόρθωση της ανώμαλης ανάπτυξης των οστών του προσώπου, ιδίως της υποπλασίας της άνω γνάθου. Επίσης μπορεί να υπάρχει δυσμορφία της ρινός η οποία πρέπει να διορθωθεί με ρινοπλαστική.

Η προσήλωση στο πρωτόκολλο αντιμετώπισης και η καλή συνεργασία των διαφόρων ειδικών, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος.

Οι Στοματικοί και Γναθοπροσωπικοί Χειρουργοί είναι ειδικοί ιατροί με άριστη γνώση της ανατομίας του προσώπου, συνεπώς κατέχουν ειδημοσύνη της περιοχής αυτής , ώστε να είναι ικανοί να εκτελούν αισθητικές επεμβάσεις με ασφάλεια και άριστα αποτελέσματα. 

Η αισθητική χειρουργική είναι ο τομέας της χειρουργικής που ασχολείται με τη μεταβολή ή τη βελτίωση των μορφολογικών χαρακτηριστικών του προσώπου, έτσι ώστε αυτά να γίνονται αποδεκτά ως φυσιολογικά, από τον ίδιο τον ασθενή αλλά και την πλειονότητα των ανθρώπων. Με την αισθητική χειρουργική του προσώπου και του τραχήλου μεταβάλλονται τα φυσικά σχήματα του προσώπου χωρίς όμως να επηρεάζεται η λειτουργικότητά του. Η αισθητική χειρουργική διαφέρει από τις άλλες χειρουργικές πράξεις στο οτί εκτελείται σε απόλυτα υγιή άτομα που επιζητούν μια παρέμβαση με κύριο σκοπό τη βελτίωση της εικόνας τους. Η βελτίωση της αυτοεικόνας λοιπόν, διορθώνοντας μια εμφανή δυσμορφία ή ατέλεια έχει κυρίως θετικές επιπτώσεις:

Ι. Στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή του ατόμου

ΙΙ. Στην ψυχολογική του κατάσταση

ΙΙΙ. Στις διαπροσωπικές σχέσεις του.

Οι αισθητικές επεμβάσεις που χρησιμοποιούνται συνηθέστερα στο πρόσωπο είναι: 

  • Βλεφαροπλαστική
  • Ρυτιδεκτομή / Facelift
  • Ρινοπλαστική
  • Ορθογναθικές επεμβάσεις και επεμβάσεις διόρθωσης σκελετικών ασυμμετριών (αναφέρονται ξεχωριστά)
  • Ανόρθωση μετώπου / οφρύων 
  • Χειρουργική δέρματος (εκτομή σπίλων, κύστεων, λιπωμάτων κ.α.)
  • Λιποαναρρόφηση / Λιπεκτομή (πχ υπογενείδιας χώρας)
  • Διόρθωση ουλικού χαμόγελου (Lip repositioning)
  • Ωτοπλαστική

Με την πάροδο των χρόνων το πρόσωπο και ο λαιμός γηράσκει, καθώς δημιουργούνται νέες γραμμές, αυξάνονται οι βαθιές ρυτίδες, το λίπος ατροφεί χάνοντας έτσι τον όγκο του και το δέρμα χάνει τον τόνο του και την ελαστικότητά του, με αποτέλεσμα να κρεμάει σε συγκεκριμένες περιοχές όπου και είναι στερεά συνδεδεμένο με τον υποκείμενο σκελετό του προσώπου, όπως είναι οι ρινοπαρειακές περιοχές και οι σακούλες στην κάτω γνάθο («προγούλια»). Ο συνδυασμός της υπερέκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία οι σύγχρονες διατροφικές και μη συνήθειες (κάπνισμα, αλκοόλ, ελλιπής διατροφή), επιταχύνουν την όλη διαδικασία. Επιπλέον οι υποκείμενοι μύες χαλαρώνουν με αποτέλεσμα την ολική χαλάρωση των ιστών του προσώπου. 

Η Ρυτιδεκτομή /Ανόρθωση Προσώπου ή αλλιώς το σε όλους πλέον γνωστό μας Facelift μπορεί να αντιστρέψει εν μέρει αυτές τις αλλαγές, ιδιαίτερα στον λαιμό και στο περίγραμμα της κάτω γνάθου. Η συγκεκριμένη επέμβαση μπορεί να διενεργηθεί είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλες επεμβάσεις οι οποίες αποσκοπούν στη βελτίωση συνολικά του προσώπου. Τέτοιες επεμβάσεις είναι η βλεφαροπλαστική, η αφαίρεση λίπους από το λαιμό, η έγχυση λίπους στα ζυγωματικά που θα βοηθήσει στο γέμισμα του μέσου προσώπου και η ανόρθωση των ιστών του μετώπου/φρυδιών (browlift).

Παρά την πιθανή εμφάνιση κάποιων επιπλοκών, η ρυτιδεκτομή/ Facelift είναι μια ασφαλής επέμβαση με πολύ καλά και ευεργετικά αποτελέσματα για τους ενδιαφερόμενους. Εξάλλου πολλές από τις προαναφερθείσες επεμβάσεις εκτελούνται και με τοπική αναισθησία στο χώρο ενός ιατρείου. 

Ενέσιμες αισθητικές παρεμβάσεις

Προκειμένου να επιβραδυνθεί η εξελικτική διαδικασία της γήρανσης και λόγω του χαμηλού ποσοστού αποδοχής μεγάλων αισθητικών χειρουργικών πράξεων από τους ασθενείς, οι ενέσιμες αισθητικές παρεμβάσεις τα τελευταία χρόνια βρίσκονται στην κορυφή προτίμησης τόσο από τους θεράποντες ιατρούς όσο και από τους ίδιους τους ασθενείς.

Σε αυτές περιλαμβάνονται οι παρακάτω: 

  • Εγχύσεις Bοτουλινικής Tοξίνης (Botox) για αντιμετώπιση των δυναμικών ρυτίδων του προσώπου και του λαιμού
  • Δερματικά ενθέματα (πχ Υαλουρονικό Οξύ) για την πλήρωση στατικών ρυτίδων ή για την ενίσχυση ανατομικών δομών του προσώπου (πχ ζυγωματικά, γένειο κ.α.)
  • Θεραπείες LASER για τη βελτίωση της υφής και της χροιάς του δέρματος
  • Νήματα πολυδιοξανόνης (PDO) ή πολυγαλακτικού οξέος (PLLA) με σκοπό την κατευθυνόμενη κολλαγονογένεση, την ανόρθωση του προσώπου και τον επανακαθορισμό του περιγράμματός του
  • Μεσοθεραπεία / Αυτόλογη μεσοθεραπεία με αιμοπεταλιακά συμπυκνώματα (PRP)
  • Χρήση χημικών ουσιών απολέπισης (Peeling)